Καστορια

elenfrdeitru

Τα Κορέστεια, γνωστά και ως «πλίνθινα χωριά», είναι μια συστάδα ορεινών οικισμών (Άνω και Κάτω Κρανιώνα, Χαλάρα, Μελάς, Μακροχώρι, Μαυρόκαµπος, Άγιος Αντώνιος, Γάβρος), που συναντά κανείς κυρίως στον οδικό άξονα που συνδέει την Καστοριά με τις Πρέσπες.

Ο Νεολιθικός Οικισμός της Αυγής βρίσκεται σε απόσταση 500 μ βόρεια από την πλατεία του ομώνυμου χωριού, 7 χλμ νότια από το Άργος Ορεστικό και 10 χλμ νοτιοδυτικά της Λίμνης Ορεστιάδος. Το λοφώδες ανάγλυφο και η απρόσκοπτη ορατότητα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, καθιστούν την αγροτική αυτή περιοχή θελκτική για τον επισκέπτη.

Τα τείχη της πόλεως της Καστοριάς, αποτελούν πια ένα απομεινάρι του οχυρωτικού της συστήματος. Σε αρκετά μέρη μέσα στην πόλη διατηρούνται αλλοιωμένα κάποια τμήματα. Παλαιότερα ωστόσο, μέχρι και τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου διατηρούνταν σε καλύτερη κατάσταση. Η χρονολόγηση των τειχών δεν είναι εύκολη υπόθεση, αρκετοί όμως από τους μελετητές τοποθετούν την κατασκευή τους στην εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού.

Οι θαυμάσιες εκκλησιές με τις λαμπρές τοιχογραφίες, δεν αποτελούν μόνο ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νομού Καστοριάς. Είναι κυρίως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της υψηλής και αδιάσπαστης καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας της βυζαντινής Καστοριάς, αφού αντιπροσωπεύουν όλες τις φάσεις της μεσαιωνικής ζωής και κάνουν την περιοχή ιδανικό χώρο μελέτης και ουσιαστικής προσέγγισης του βυζαντινού πολιτισμού. Σώζονται σήμερα βυζαντινά μνημεία από το τέλος του 9ου αιώνα, σπάνια δείγματα της αρχιτεκτονικής αυτής της περιόδου, με ορισμένα τοπικά χαρακτηριστικά, που κάνουν την Καστοριά να ξεχωρίζει ως εκπρόσωπος της βυζαντινής τέχνης.

Στην Καστοριά, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής εκφράζεται μέσα από σπάνια δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και αγιογράφησης των Ναών που διασώζονται. Οι εβδομήντα και πλέον βυζαντινές εκκλησίες, αληθινά κομψοτεχνήματα, διακοσμούν την πόλη.

Η λίμνη Ορεστιάδα και η πόλη της Καστοριάς είναι άρρηκτα δεμένες εδώ και πολλούς αιώνες.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καστοριάς, σε ένα μικρό παραλίμνιο χωριό, το Δισπηλιό, υπάρχει η αναπαράσταση του Νεολιθικού Λιμναίου Οικισμού. Στην περιοχή ‘νησί’ φιλοξενούνται το πρώτο οικομουσείο της χώρας μας καθώς, κι ένας μουσειακός χώρος με εκθέματα από τις ανασκαφές, που έγιναν εκεί. Όσο αφορά τα εκθέματα: στον χώρο του οικομουσείου, οι αρχαιολόγοι δημιούργησαν μια πιστή αναπαράσταση του λιμναίου οικισμού.

Κάνοντας ο επισκέπτης το μικρό γύρω της λίμνης, στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου, συναντά την σπηλιά του Δράκου. Το σπήλαιο βρίσκεται στις όχθες της λίμνης, στους πρόποδες του μικρού βουνού, που δημιουργεί την χερσόνησο που είναι χτισμένη η πόλη. Δίπλα ακριβώς από την σπηλιά, είναι χτισμένο το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου πάνω στα βράχια. Η παράδοση θέλει την σπηλιά, να είναι ένα χρυσορυχείο το οποίο φύλαγε, άγρυπνος φρουρός ένας δράκος.

Τα «Ραγκουτσάρια» είναι το πιο γνήσιο ελληνικό καρναβάλι. Τα Ραγκουτσάρια, το καστοριανό καρναβάλι που ξεκινά την Πρωτοχρονιά και κορυφώνεται το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου. Το έθιμο δεν είναι άλλο από ένα καρναβάλι που όμως έχει τις ρίζες του πολύ βαθιά στα Ελληνορωμαϊκά χρόνια και κατόρθωσε παρά τις αντιξοότητες να επιβιώσει στο Βυζάντιο και στην Οθωμανική περίοδο. Το αρχικό όνομα του εθίμου ήταν «τσαρανιασμένοι ραγκουτσάρηδες» που σημαίνει οι βαμμένοι με μαύρο χρώμα στο πρόσωπο και το σώμα.